Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2007

Το ΜιΚρΟ σΠίΤι ΣτΟ λΙβΑδΙ...


Απόσπασμα από το βιβλίο "Les Chants de Maldoror", με το οποίο άνοιξαν οι πύλες του ασυνείδητου. Ο παραληρηματικός ωκεανός του ασυνείδητου του Λωτρεαμόν. Με την ευγενική χορηγία του Κόμητα ΑμΠεΜπΑμΠλΟμ...



Είμαι βρώμικος. Οι ψείρες με τρώνε. Τα γουρούνια με βλέπουν και ξερνάνε. Τα κάκαδα και τα έλκη της λέπρας ξελέπιασαν το δέρμα μου που κίτρινο έμπυο το κάλυψε. Ούτε των ποταμών το νερό, ούτε των σύννεφων την πάχνη ξέρω. Στο σβέρκο μου, σαν πάνω σε κοπριά, ένα πελώριο μανιτάρι, μ' ομπρελωτούς μίσχους φυτρώνει. Πάνω σε ένα άμορφο έπιπλο καθισμένος, ούτε ένα μέλος του σώματος μου εδώ και τέσσερις αιώνες δεν έχω κουνήσει. Τα πόδια μου ρίζωσαν στο χώμα και κάτι σαν μακρόβια, γεμάτη παράσιτα, βλάστηση, που δεν έγινε ακόμη φυτό και δεν είναι πια σάρκα, σχημάτισαν.


Η καρδιά μου όμως χτυπά! Μα πώς θα χτυπούσε αν του κουφαριού μου (δεν τολμώ να πω του κορμιού μου) η σαπίλα και η μπόχα πλουσιοπάροχα δεν την τρέφαν; Στην αριστερή μου μασχάλη σαν στο σπίτι της μια οικογένεια βατράχων βολεύτηκε κι όποτε κάποιο από αυτά κουνιέται με γαργαλάει. Προσέξτε κανένα απο αυτά μην το σκάσει και έρθει με το στόμα του το εσωτερικό του αυτιού σας να ξύσει: Θα ήταν ικανό και μέσα στο μυαλό σας μετά να τρυπώσει. Στη δεξιά μου μσχάλη ένα χαμαιλέοντα έχω που, για να μη πεθάνει της πείνας, συνέχεια τα κυνηγάει: όλοι πρέπει να ζήσουμε. Μα όταν η μία μου πλευρά τελείως τα τεχνάσματα της άλλης ματαιώνει, τίποτα καλύτερο απ'το να ρουφήξουν το ισχνό λίπος που σκεπάζει τα πλευρά μου δεν βρίσκουν να κάνουν: το έχω συνηθίσει. Μια κακιά οχιά το πέος μου καταβρόχθισε και τη θέση του πήρε: ευνούχο η ξεδιάντροπη μ' έκανε.


Αχ και να μπορούσα με τα παράλυτα χέρια μου να είχα αμυνθεί' θαρρώ, όμως, πως κούτσουρα έχουν γίνει. Όπως και να' ναι, εκείνο που σημασία έχει είναι πως το αίμα να περιφέρει σ'αυτά την πορφύρα του δεν έρχετε πια. Δυο μικρά σκατζοχοιράκια, που άλλο πια δε μεγαλώνουν, σ' ένα σκύλο, που δεν τ' αρνήθηκε, το εσωτερικό των όρχεων μου έριξαν: αφού με προσοχή την επιδερμίδα έπλυναν, εκεί μέσα μπήκαν και φώλιασαν. Τον πρωκτό μου ένας κάβουρας τον βούλωσε' απ' την αδράνεια μου ξεθαρρεμένος, την είσοδο με τις δαγκάνες φυλάει και με πονάει πολύ! Δυο μέδουσες, άμεσα δελεασμένες από μία ελπίδα που δεν αποδείχθηκε λαθεμένη, τις θάλασσες διέσχισαν. Με προσοχή τα δύο σαρκωμένα μέρη που αποτελούν τα πισινά του ανθρώπου μελέτησαν, και αφού πάνω στις εξογκωτές αυτές καμπύλες γραπώθηκαν, με μία συνεχή πίεση τόσο τις ζούπηξαν που τα δύο αυτά κομμάτια της σάρκας χάθηκαν και τα δύο τέρατα, ίδια στο χρώμα, στη μορφή και στην αγριότητα, που απ'το βασίλειο της μύξας βγήκαν, απόμειναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: