Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Τα Σκυλιά.


Μια ωραία πρωΐα, οι Γερμανοί άρχισαν να κυνηγάνε τα σκυλιά.


Στην αρχή νόμισα πως ο στρατηγός φον Ζόμπερτ έδωσε διαταγή να εξολοθρευτούν τα σκυλιά, επειδή είχαν παρουσιαστεί κάτι κρούσματα λύσσας. Μα ύστερα αντιλήφθηκα πως έπρεπε να υπάρχει κάποιος άλλος λόγος.


Μόλις λοιπόν μπαίναμε σε ένα χωριό, προτού καν να αρχίσει το κυνηγητό των Εβραίων, άρχιζαν το κυνηγητό των σκυλιών. Ομάδες των Ες-Ες και των Πάντσερσχούτζεν, έτρεχαν στους δρόμους και έριχναν με τα αυτόματα και αμολούσαν χειροβομβίδες εναντίον σ' εκείνα τα φτωχά μπαστάρδικα, με το κιτρινωπό τρίχωμα, με τα κατακόκκινα λαμπερά μάτια, με τα στραβοκάνικα ποδάρια, σκυλιά. Πήγαιναν και τα ξετρύπωναν στους κήπους και στους φράχτες, τα κυνηγούσαν αδυσώπητα μέσα στα χωράφια.


Τα κακόμοιρα τα ζώα το σκάγανε στο δάσος, κρυβόντανε στους τράφους, πίσω από τους λαχανόκηπους και μερικά ζητούσαν καταφύγιο μέσα στα σπίτια, ζαρώνανε στις γωνιές, πάνω στα στρωσίδια των χωρικών, πίσω από τη θερμάστρα, κάτω από τους πάγκους, όπου μπορούσαν. Μα οι γερμανοί στρατιώτες έμπαιναν στα σπίτια, τραβούσαν τα σκυλιά από τις κρυψώνες τους και τα σκότωναν βάρβαρα με κοντακιές.


Σε αυτό το κυνηγητό, οι πιο αδυσώπητοι απ' όλους ήταν οι Πάντσερσχούτζεν, οι άνθρωποι των αρμάτων μάχης. Μπορούσε να πει κανείς πως είχαν προηγούμενα, προσωπικά πάθη, με εκείνα τα φτωχά ζώα.


Τους ρώτησα:

- Μα γιατί;

Το μούτρο τους σκοτείνιασε.

- Ρωτήστε τα σκυλιά, μου αποκρίθηκαν ξερά.

Και μου γύρισαν την πλάτη.

Μα οι γέροι Κοζάκοι που κάθονταν στα κατώφλια των σπιτιών, γελούσαν κάτω από τα μουστάκια τους και χτυπούσαν με την παλάμη τους το γόνατο τους.

Και έλεγαν:

- Αχ, τα κακόμοιρα τα σκυλιά, αχ! Μπιέντνι σαμπάκι!

Και γελούσαν πονηρά.

Και γελούσαν με τέτοιο τρόπο, σαν να μην λυπόντουσαν εκείνα τα δυστυχισμένα ζώα, παρά εκείνους τους δυστυχισμένους τους Γερμανούς.

Οι γέροι κοιτούσαν πάνω από τους φράχτες των κήπων τους, οι κοπέλες κατέβαιναν στο ποτάμι με δυο κουβάδες να ισορροπούν στις άκρες ενός ραβδιού πάνω στους ώμους τους, τα παιδιά πηγαίνανε και θάβανε με ευλάβεια μέσα στα χωράφια τα δολοφονημένα σκυλιά και χαμογελούσαν όλοι τους και το χαμόγελο τους ήταν λυπημένο και πονηρό ταυτόχρονα.


Τη νύχτα, τα χωράφια και τα σύδεντρα ήταν γεμάτα από ξεμοναχιασμένα αλυχτίσματα, θρηνητικά ουρλιαχτά, απελπισμένα αναστενάγματα. Και άκουγες τα σκυλιά να ξύνουν γύρω στους κήπους και τα σπίτια γυρεύοντας να βρουν κάτι να φάνε και οι γερμανοί σκοποί ούρλιαζαν:

- Ποιός είναι εκεί;

Και η φωνή τους ήταν παράξενη, ένοιωθες πως φοβόντουσαν κάτι το τρομερό και το μυστηριακό, ένοιωθες πως φοβόντουσαν τα σκυλιά.